Όπλα Αέρος – Εδάφους που θα Μπορούσε η Ελλάδα να Κατασκευάζει και δεν τα Κατασκευάζει

Σε όλους τους αναγνώστες είναι πιστεύω γνωστή η βόμβα αεροσκαφών που κατευθύνεται με ακτίνες laser. Αυτή είναι παγκοσμίως γνωστή με τις ονομασίες Paveway, laser guided bomb, ή KIT-L με το L από το Laser. Στην πραγματικότητα πρόκειται για σύστημα κατεύθυνσης που φέρει τον ανιχνευτή laser και που τοποθετείται στο ρύγχος κλασσικών βομβών αεροσκαφών βαλλιστικής ρίψης (συνήθως βάρους 500, 1000 ή 2000 λιβρών) ενώ στο ουραίο τους τμήμα βιδώνεται το σύστημα των ουραίων πτερυγίων. Το σύστημα αυτό μετατρέπει τις κοινές αεροπορικές βόμβες σε κατευθυνόμενες με τον εξής τρόπο: Ένα σύστημα κατάδειξης φωτίζει το στόχο είτε από αεροσκάφος (π.χ. το ατρακτίδιο στοχεύσεις AN/AAQ-14 του Lantrin) είτε από το έδαφος κάποιος καταδρομέας με φορητό καταδείκτη (π.χ. AN/PAQ-1). Ο ανιχνευτής του συστήματος κατεύθυνσης βλέπει την κηλίδα laser και στέλνει σήματα στα πτερύγια ώστε το είδωλο της κηλίδας να διατηρείται στο κέντρο του ανιχνευτή καθ’ όλη τη διάρκεια της πτήσεως της βόμβας μέχρι τη στιγμή της πρόσκρουσης .της στο στόχο.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1980 η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία ανέπτυξε ένα τέτοιο σύστημα κατεύθυνσης βομβών αεροσκαφών (αντίστοιχο με το αμερικάνικο Paveway-II) και κατασκεύασε 8 πρωτότυπα. Τα πέντε από αυτά εβλήθησαν δοκιμαστικά από αεροσκάφος Phantom F-4 στο πεδίο βολής στα Κρανιά εναντίον διαφόρων στόχων με μεγάλη επιτυχία.

Το πρόγραμμα απέκτησε ένθερμους υποστηρικτές, κυρίως ιπταμένους της ΠΑ και αξιωματικούς υπηρετούντες στην Υπηρεσία ΠΑ της ΕΑΒ (ΥΠΑΕΑΒ). Από την άλλη, όπως ήταν αναμενόμενο, υπήρξαν και πολλοί πολέμιοι. Τελικά η ΠΑ δεν προμηθεύτηκε ούτε μικρό αριθμό συστημάτων με το σκεπτικό ότι «κάνει τα ίδια πράγματα με τα αμερικάνικα όπλα», και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εξουδετερωθεί οποιαδήποτε εξαγωγική προοπτική του όπλου. Άλλωστε κανένα τρίτο κράτος δεν αγοράζει οπλικό σύστημα όταν αυτό δεν γίνεται αποδεκτό από τις ένοπλες δυνάμεις του κράτους που το κατασκευάζει.

Ενδιάμεσα, αναμένοντας την παραγγελία της ΠΑ που ποτέ δεν ήρθε, η ΕΑΒ προχώρησε σε βελτιώσεις, όμως τα γεγονότα αυτά συνέπεσαν με την συγκυρία των σκανδάλων, των ειδικών δικαστηρίων και των διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων της περιόδου 1989-1990 οπότε το όλο πρόγραμμα έπεσε σε λήθη.

Το 1996, μετά το επεισόδιο των Ιμίων η ΓΔΕ προσπάθησε να αναθερμάνει το πρόγραμμα με πρόσθετη βελτίωση την τοποθέτηση πυραυλοκινητήρα που θα αύξανε την εμβέλεια του όπλου πάνω από 20χλμ κάτι που θα προσέφερε μεγαλύτερη επιβιωσιμότητα στα αεροπλάνα. Πρόκειται για εκδοχή αντίστοιχη του αμερικανικού όπλου AGM-123 Skipper που είναι πρακτικά η Paveway-II με πυραυλοκινητήρα στην ουρά και επομένως με μεγαλύτερη εμβέλεια και επιχειρησιακή ευελιξία.

Κατά τη διάρκεια της Ελληνοαμερικανικής συνόδου αμυντικής συνεργασίας DICA το Σεπτέμβριο 2007 στον Αγ. Νικόλαο Κρήτης, ως εκπρόσωπος της ΓΔΕ έθεσα πιεστικά το θέμα στην αμερικανική πλευρά με αίτημα να δοθεί στην Ελλάδα ο φάκελος παραγωγής του Skipper, ένα όπλο που ούτως ή άλλως δεν χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Εντούτοις η Αμερικανική πλευρά νουθετημένη εκ των προτέρων από κύκλους που δραστηριοποιούνται εν Ελλάδι επί των προμηθειών αρνήθηκαν το ελληνικό αίτημα με το σκεπτικό ότι η Ελλάδα πρόκειται να προμηθευτεί πρόσθετες συλλογές Paveway-II από τις ΗΠΑ.

Στην πραγματικότητα η απόκτηση του φακέλου παραγωγής από τις ΗΠΑ θα έδιναν στην Ελλάδα τη δυνατότητα να προχωρήσει γρήγορα σε σύγχρονα κατευθυνόμενα όπλα αέρος – εδάφους.. Από την άλλη η άρνηση των Αμερικανών δεν άλλαζε στην πραγματικότητα τίποτα σημαντικό αν η ελληνική κυβέρνηση είχε πραγματικά τη βούληση για την ανάπτυξη τέτοιων όπλων, παρά μόνο θα προσέθετε μια καθυστέρηση 12-18 μηνών ώστε η EAB να αναπτύξει τη δική της τεχνολογία και το δικό της όπλο τύπου Skipper.

Ταυτόχρονα με τα παραπάνω η Διεύθυνση Τεχνολογίας Έρευνας και Ανάπτυξης της ΓΔΕ της οποίας ήμουν προϊστάμενος, προσπαθούσε να καταφέρει την ένταξη της παραγωγής του τμήματος ανιχνευτή (seeker section) και των τμημάτων κατεύθυνσης και ελέγχου (guidance and control units) του πυραύλου HELLFIRE, που προμηθευόταν μαζικά ο Ελληνικός Στρατός, στα αντισταθμιστικά ωφελήματα της Lockheed Martin. Επίσης η ΓΔΕ και το ΕΠΥΕΘΑ προέβαιναν σε διαβουλεύσεις για να επιτύχουν την παραγωγή του JDAM στην Ελλάδα. Πρόκειται για σύστημα που εφαρμόζεται στην ουρά κοινών αεροπορικών βομβών και τις μετατρέπει σε βόμβες κατευθυνόμενες με αδρανειακό σύστημα INS επικουρούμενο με GPS (INS/GPS). Και οι δύο προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν λόγω της «αδιαφορίας» της τότε πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του ΥΠΕΘΑ.

Η σημασία αυτών των προσπαθειών έγκειται στο γεγονός ότι η παραγωγή του seeker section του HELLFIRE θα έδινε στην Ελλάδα την τεχνολογία ανιχνευτών (seekers) που είναι γυροσκοπικά σταθεροποιημένοι, η δε παραγωγή των μονάδων κατεύθυνσης και ελέγχου του HELLFIRE και του JDAM θα έδιναν στην Ελλάδα την τεχνολογία της γυροσκοπικά σταθεροποιημένης πτήσης και καθοδήγησης με αδρανειακή ναυτιλία όπλων και της αναλογικής καθοδήγησης (proportional guidance). Τέλος η JDAM θα μας έδινε επιπροσθέτως την τεχνολογία καθοδήγησης όπλων με INS/GPS,  χωρίς να αναφέρουμε τις αναδιπλωμένες πτέρυγες που τοποθετούμενες στη βόμβα της προσδίδουν πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια (JDAMER – Extended Range).

Hellfire και JDAN

Αριστερά η δομή του Hellfire και δεξιά εκείνη του JDAM

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω δεδομένα, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι αν η ελληνική κυβέρνηση είχε στόχο να αναπτύξει την αμυντική βιομηχανία, να συμβάλλει στην απεξάρτηση της Ελλάδος από εξωτερικές πηγές προμηθειών οπλικών συστημάτων και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, τότε η Ελλάδα με βάση τα πρωτότυπα που είχε αναπτύξει η ΕΑΒ (είναι ΔΕΚΟ) στα τέλη της δεκαετίας του 1980, θα μπορούσε να σχεδιάσει και να κατασκευάσει ολόκληρη μια οικογένεια κατευθυνόμενων όπλων αέρος – εδάφους. Οι χρονικές φάσεις για μια τέτοια πιθανή εξέλιξη θα μπορούσαν να αναλυθούν περιληπτικά ως ακολούθως (εικόνα που ακολουθεί):

Εννοιολογικό επιχειρηματικό ή/και πολιτικό σχέδιο για ανάπτυξη και εγχώρια παραγωγή οικογένειας κατευθνόμενων βομβών αέρος-εδάφους βασιζόμενη σε γηγενή τεχνολογία έρευνα και ανάπτυξη

  1. 2001-2002: 3-4 χρόνια μετά το Skipper(GR) η ΕΑΒ θα μπορούσε να αναπτύξει δύο πρωτότυπα αντίστοιχα με την Paveway-III και την GBU-15. Η μεν Paveway-III έχει ανιχνευτή laser με γυροσκοπική σταθεροποίηση και αναλογική καθοδήγηση (proportional guidance) για να έχει μεγαλύτερη εμβέλεια ή να ρίπτεται από χαμηλό ύψος και κατά κινουμένων στόχων, η δε GBU-15 είναι όμοια με την Paveway-III αλλά αντί για ανιχνευτή laser έχει σύστημα υπέρυθρης καθοδήγησης και κλειδώνει στο στόχο με την υπέρυθρη εικόνα αυτού. Εμείς τα αντίστοιχα ελληνικά μοντέλα θα τα ονομάσουμε ενδεικτικά Paveway-III(GR) και GBU-15(GR). Αυτά θα μπορούν να φέρουν σπονδυλωτά είτε πυραυλοκινητήρα είτε αναδιπλούμενες πτέρυγες ανεμοπορείας για ακόμη μεγαλύτερη εμβέλεια.
  2. 2005-2006: 3-4 χρόνια μετά τα πρωτότυπα Paveway-III(GR) και GBU-15(GR), αναπτύσσονται εκδόσεις της JDAM με ανιχνευτή laser, την LJDAM(GR) και με υπέρυθρο ανιχνευτή Imaging InfraRed, την IIRJDAM(GR). Ειδικά η τελευταία θα ήταν μοναδική ελληνική πρωτοτυπία καθώς δεν υπάρχει μέχρι στιγμής αντίστοιχο σύστημα στον κόσμο. Όσον αφορά τη δορυφορική ναυτιλία τα ελληνικά όπλα θα μπορούσαν να σχεδιαστούν να δέχονται σήματα και από το ρωσικό GLONASS και μελλοντικά από το ευρωπαϊκό GALILEO όταν αυτό τεθεί σε λειτουργία.
  3. 2008-2010: 3-4 χρόνια μετά την φάση 2 έρχονται τα συστήματα AGM-142(GR), αντίστοιχο με τα POPEYE και το SPICE(GR) αντίστοιχο με αυτό της Rafael. Αυτά τα δύο είναι στην πραγματικότητα IIRJDAM ολοκληρωμένο σε πύραυλο ή/και με αναδιπλούμενες πτέρυγες που τα επιτρέπει να ανεμοπορούν για πολύ μεγάλη εμβέλεια

Τα παραπάνω έρχονται ως φυσιολογική συνέπεια και εξέλιξη ενός συγκροτημένου επιχειρηματικού σχεδίου (business plan) μιας εταιρείας που θέλει να αναπτύξει δικά της προϊόντα στον κλάδο των αεροπορικών οπλικών συστημάτων και των κατευθυνόμενων όπλων και ασφαλώς σε συνδυασμό με μια πάγια και συγκροτημένη κυβερνητική πολιτική στον χώρο της άμυνας που θέλει πραγματικά την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και την απεξάρτηση από εξωτερικές πηγές προμηθειών αμυντικού υλικού. Αυτό το δεύτερο σκέλος από το 1980 μέχρι σήμερα δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα να παραμένει αίολο οποιοδήποτε επιχειρηματικό σχέδιο της βιομηχανίας, είτε αυτή είναι κρατική είτε ιδιωτική.

Τούτο έχει σαν συνέπεια για όλο το χρονικό διάσημα από το 1997 μέχρι σήμερα να συζητάμε για οπλικά συστήματα που πρόκειται να προμηθευτούμε από το εξωτερικό (π.χ. μεγάλος αριθμός Paveway-II, -ΙΙΙ και JDAM και προσφάτως το SPICE της Ισραηλινής RAFAEL), ενώ με κάποιον καλό προγραμματισμό και καλή πολιτική θα μπορούσαμε αυτά τα όπλα να τα αναπτύσσουμε, να παράγουμε εγχώρια και ασφαλώς να τα εξάγουμε.

Εν κατακλείδι:

Για να υπάρξει όμως μια τέτοια πάγια αμυντική και αναπτυξιακή πολιτική που θέλει μάλιστα να εντάξει τις αμυντικές βιομηχανίες σε συνεργασίες με τα ακαδημαϊκά και ερευνητικά ιδρύματα θα πρέπει η όποια κυβέρνηση που την ασκεί να ανεξαρτητοποιηθεί από την μικροκομματική εμπλοκή με κύκλους συμφερόντων και ψηφοθηρικών αντιλήψεων, όπως λόγου χάρη:

(α) «Να μη δυσαρεστήσω κάποιους  αφού χρειάζομαι την ψήφο τους» ή

(β) «Δώσε σε κάποιους καθηγητές να ασχοληθούν με την έρευνα για να σταματήσει η γκρίνια τους και να εμφανιστεί η κυβέρνηση ότι προάγει την έρευνα, χωρίς όμως να κατασκευάζεται τίποτα διότι αλλιώς θα δυσαρεστηθούν οι εγχώριοι φίλοι και υποστηρικτές μας και οι ξένες εταιρείες που θέλουν να προωθήσουν τα δικά τους προϊόντα».

Για την υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής είναι πολύ σημαντικό η κυβέρνηση να μην υπονομεύεται από ανώτερα και μεσαία στελέχη που επανδρώνουν τον κρατικό μηχανισμό και συνήθως αποτελούν την πηγή της διαπλοκής. Η κάθαρση σε αυτό το τομέα θα είναι καθοριστική παράμετρος για την πορεία του τόπου στον κλάδο της αμυντικής βιομηχανίας.

Δρ. Αίθων – Οδυσσεύς Ναρλής

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: