Archive for the ‘Θεσμικά Μέτρα’ Category

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ BLOG ΣΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ «Ο ΤΕΡΕΝΣ BLOGΑΡΕΙ»

31/01/2012

Παρακολουθείστε την παρουσίαση του blog στην εκπομπή «Ο Τέρενς Blogαρει» που προβλήθηκε τη Δευτέρα 30 Ιαν. και ώρα 18:00-18:50 στο Kontra Channel. Αξίζει να σημειωθεί η χρονική σύμπτωση της εκπομπής με την παραμονή της επετείου των Ιμίων. Τη νύχτα της 31ης Ιαν. 1996  ο υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και ο αρχικελευστής Έκτορας Γιαλοψός, έπεσαν ήρωες υπέρ πατρίδος!

Προτάσεις για την Έρευνα-Τεχνολογία-Καινοτομία με Στόχο την Ανάπτυξη και την Ανταγωνιστικότητα

07/06/2010

Στις 5-6 Ιουν. διεξήχθη στην Αθήνα  η πολυθεματική συνδιάσκεψη της ΝΔ. Μία από τις θεματικές ενότητες για τις οποίες έγινε διεξοδική συζήτηση παρόντος του Προέδρου της ΝΔ κ. Α. Σαμαρά ήταν το τρίπτυχο «έρευνα – τεχνολογία – καινοτομία». Η εισήγησή μου, την οποία παραθέτω ακολούθως, είχε σκοπό να αναδειχθούν τρόποι με τους οποίους μπορεί να αναβαθμιστεί η τεχνολογική στάθμη της οικονομίας μας, αξιοποιώντας την εσωτερική αγορά για καινοτομίες που προσφέρουν κυρίως οι εξοπλιστικές μας ανάγκες και η εμπορική μας ναυτιλία. Ένα από τα επιχειρήματα ήταν το γεγονός ότι ενώ το στρατηγικό σχέδιο 2007-2013 επισημαίνει σαν δομική αδυναμία της οικονομίας την έλλειψη μεγάλων βιομηχανιών, δεν αξιοποιούνται ο αμυντικές βιομηχανίες και κυρίως η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, όταν ταυτόχρονα επισημαίνεται ότι η συμβολή του ΥΠΕΘΑ στη χρηματοδότηση της έρευνας και τεχνολογίας είναι μηδαμινή και ταυτόχρονα η αεροδιαστημική δεν συμπεριλαμβάνεται σαν τομές προτεραιότητος όταν η μεγαλύτερη και πιο προηγμένη βιομηχανία ης χώρας είναι η ΕΑΒ.

ΕΙΣΗΓΗΣΗ

Προτάσεις για την Έρευνα-Τεχνολογία-Καινοτομία με Στόχο την Ανάπτυξη και την Ανταγωνιστικότητα

Αίθων – Οδυσσεύς Ναρλής

Πολυθεματική Συνδιάσκεψη της ΝΔ

Αθήνα – 5 Ιουν. 2010

κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι και φίλοι,

  1. Οι εξαγωγές της χώρας σε υψηλή τεχνολογία είναι μόλις το 5% επί των συνολικών εξαγωγών και είμαστε στη 19η θέση.
  2. Το ποσοστό πρωτογενούς καινοτομίας, μόλις 7% σε σχέση με τον μ.ο. της ΕΕ που είναι 45%
  3. Ο συνοπτικός δείκτης καινοτομίας της χώρας που δείχνει τη συνολική απόδοση της καινοτομίας σε εθνικό επίπεδο είναι στο 36% και είμαστε στη 18η θέση.

Ως εκ τούτου ο αντικειμενικός μας σκοπός είναι η βελτίωση των δεικτών καινοτομίας της οικονομίας. Πολύ φυσιολογικά ο στόχος της Βαρκελώνης προτάσσει την αύξηση της χρηματοδότησης της έρευνας ως ποσοστό επί του ΑΕΠ και την αύξηση της βιομηχανικής συμμετοχής. Είναι μία πρόκληση που πρέπει να πετύχουμε.

Σε τούτη τη συγκυρία είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι ελληνικές επιχειρήσεις να κατοχυρώνουν την ιδιοκτησία των τεχνολογιών που παράγουν και να τις κεφαλαιοποιούν αναπτύσσοντας ανταγωνιστικά και υψηλής τεχνολογίας προϊόντα, που θα στοχεύουν στη διεθνή αγορά!

Γι’ αυτόν το λόγο πρέπει πρωτίστως να αναδιαρθρώσουμε την υπάρχουσα χρηματοδότηση της έρευνας για να ενθαρρύνουμε τη βιομηχανία να επενδύσει περισσότερο στην έρευνα ώστε αυτή να καταλήγει σε καινοτόμα προϊόντα.

Το Στρατηγικό Σχέδιο Επιστήμης και Τεχνολογίας 2007-2013 επισημαίνει την έλλειψη μεγάλων βιομηχανιών σε τομείς υψηλής τεχνολογίας ως μία δομική αδυναμία της οικονομίας μας που είναι εμπόδιο για την μεγαλύτερη συμμετοχή της βιομηχανίας στην καινοτομία. Πρέπει λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε στο έπακρον έστω αυτές τις λίγες μεγάλες βιομηχανίες που έχουμε που τυγχάνει να είναι οι αμυντικές. Έχουμε την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, τα ναυπηγεία, και πολλές άλλες που εξειδικεύονται σε τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες, τα ηλεκτρονικά και το λογισμικό. Έχοντας υπόψη ότι το στρατηγικό επισημαίνει ότι η συμβολή του Υπουργείου Άμυνας στη χρηματοδότηση της έρευνας είναι αμελητέα, διακρίνουμε ότι εδώ υπάρχει πεδίο σημαντικής βελτίωσης.

Υπάρχει πράγματι ένας μεγάλος αριθμός προγραμμάτων στο ΕΜΠΑΕ που μπορούν να υλοποιηθούν με αποκλειστική εγχώρια έρευνα. Τα προγράμματα αυτά θα συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη και στην βελτίωση των δεικτών καινοτομίας και ασφαλώς θα ενισχύσουν την αμυντική μας ικανότητα χωρίς να προκαλέσουν διαρροή πόρων στο εξωτερικό.

Δυστυχώς ενώ αυτά τα θέματα ήταν και στον τομέα ευθύνης της ηγεσίας της ΓΔΑΕΕ, που ήταν επιλογή του δικού μας ΥΕΘΑ, αυτή δεν έσκυψε επαρκώς ως όφειλε σε αυτά. Τα ζητήματα αυτά ήταν γνωστά και στον Υπουργό Άμυνας ο οποίος δυστυχώς δεν έπραξε τα δέοντα.

Πέραν αυτών, ενώ το στρατηγικό 2007-2013 επισημαίνει την έλλειψη μεγάλων και υψηλής τεχνολογίας βιομηχανιών, παραλείπεται η αεροναυτική  από τους τεχνολογικούς τομείς προτεραιότητας παρά την τεράστια τεχνολογική, οικονομική και πολιτική της σημασία, όταν από τις μεγαλύτερες και πιο προηγμένες βιομηχανίες της Ελλάδος είναι η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία. Γιατί άραγε; Και να σημειώσω ότι η αεροδιαστημική είναι μια τεχνολογία ομπρέλα που εμπεριέχει πλήθος γνωστικών αντικειμένων, από την αεροδυναμική μέχρι τα σύγχρονα υλικά, τις τηλεπικοινωνίες, την μικροηλεκτρονική και την νανοτεχνολογία.

Θέλω να πω ότι δεν αρκεί να διαπιστώνουμε με μελέτες τις όποιες αδυναμίες, αλλά πρέπει να ενεργούμε και προς την κατεύθυνση της εξάλειψής τους. Με την υλοποίηση μέρους αυτών των προγραμμάτων του ΕΜΠΑΕ οι αμυντικές μας βιομηχανίες θα μπορούν να παίξουν το ρόλο της θερμοκοιτίδας. Με αυτόν τον τρόπο θα ανοίξει μια μεγάλη εγχώρια αγορά τεχνολογίας και έτσι θα δημιουργηθούν κίνητρα για τη ίδρυση εταιρειών spin-off και θα ενισχυθεί η σχέση ερευνητικών φορέων με τις επιχειρήσεις.

Κατηγορούνται οι ερευνητές ότι αποφεύγουν το ρίσκο της επιχειρηματικότητας, αλλά τι ρίσκο να πάρει κανείς όταν το ίδιο το κράτος δεν ανοίγει τις ευκαιρίες; Ότι κίνητρο και να δώσεις δεν θα έχεις αποτέλεσμα αν η εταιρεία δεν βρει εσωτερική αγορά για να πουλήσει!

Αγαπητοί φίλοι, την εσωτερική αγορά τεχνολογίας τη δημιουργεί η ίδια η πολιτεία, ανοίγει πόρτες και δημιουργεί ευκαιρίες. Δημιουργεί την  αρχική ορμή ώστε το σύστημα να αρχίσει να λειτουργεί, ένας τομέας που αποτύχαμε. Η Αμερική, η Γαλλία και η Αγγλία χρησιμοποιούν την άμυνά τους για την τεχνολογική τους ανάπτυξη.

Πέραν της πολύ μεγάλης αγοράς της άμυνας, έχουμε μια παγκόσμια αγορά για τεχνολογίες αιχμής στην ηλεκτρονική, στις τηλεπικοινωνίες, στην ασφάλεια, που είναι εμπορική μας ναυτιλία. Να την αξιοποιήσουμε! Επίσης σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη οι ΔΕΚΟ αποτελούν σημαντική πηγή χρηματοδότησης της έρευνας. Ας κινητοποιήσουμε τις δικές μας τις ΔΕΚΟ, τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ, τον ΟΤΕ,… Εθνική άμυνα,  εμπορική ναυτιλία και ορισμένες ελληνικές ΔΕΚΟ μπορούν πραγματικά να αποτελέσουν μια τεράστια αγορά ικανή να απορροφήσει τις καινοτομίες της εγχώρια παραγόμενης τεχνολογίας.

Με τη σημερινή κατάσταση η κρατική χρηματοδότηση της έρευνας αποτελεί πραγματική πρόκληση. Ασφαλώς όλοι γνωρίζετε τα Κεφάλαια Επιχειρηματικών Συμμετοχών σαν ένα μέσο χρηματοδότησης της επιχειρηματικότητας των νέων επιστημόνων. Μία λύση στη σημερινή στενωπό θα ήταν η δημιουργία ενός ειδικού ταμείου από venture capitals το οποίο θα συγχρηματοδοτεί προγράμματα έρευνας και τεχνολογίας (όπως γίνεται δηλαδή με το δημόσιο) τα οποία θα καταλήγουν σε καινοτόμα τελικά προϊόντα και θα αποπληρώνεται από τις πωλήσεις των προϊόντων που θα αναπτυχθούν.

Τα τεχνολογικά πάρκα είναι σημαντικά για την ανάπτυξη της καινοτομίας. Προτείνω λοιπόν να δημιουργηθεί ένα αεροπορικό τεχνολογικό πάρκο με επίκεντρο την ΕΑΒ προσκαλώντας μεγάλες διεθνείς βιομηχανίες του κλάδου να επενδύσουν για τη δημιουργία μονάδων που θα δραστηριοποιούνται τόσο ερευνητικά όσο και παραγωγικά σε τομείς υψηλής τεχνολογίας. Και εδώ θα πρέπει να δούμε πολύ σοβαρά τη μέθοδο της σύμπραξης δημοσίου – ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Θα πρέπει να επιστρατεύσουμε και τη διασπορά. Υπάρχουν Έλληνες επιχειρηματίες που θα ήθελαν να επενδύσουν ή ακόμη να μεταφέρουν μέρος της επιχείρησής τους στην Ελλάδα. Υπάρχουν Έλληνες που βρίσκονται στις ανώτερες διοικήσεις μεγάλων ευρωπαϊκών και αμερικανικών βιομηχανιών, ομογενείς επιστήμονες διεθνούς εμβέλειας.

Επίσης πρέπει το κράτος πρέπει να επενδύσει στη δημιουργία των μεγάλων εργαστηρίων ξανά με τη μέθοδο της ΣΔΙΠ ή της συγχρηματοδότησης μέσω venture capitals, αφού χρήστες αυτών των εργαστηρίων φυσιολογικά θα είναι η ίδιες οι βιομηχανίες. Σε αυτό το σημείο η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου είναι ιδιαίτερα επίκαιρη.

Η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει πρόσφορο θεσμικό περιβάλλον με κρίσιμες παρεμβάσεις όπως:

  1. Η πολιτεία πρέπει να θέσει τους μακροπρόθεσμους αναπτυξιακούς της στόχους και στη συνέχεια να διαμορφωθεί μια διακομματική πολιτική επιστήμης και τεχνολογίας με την εκπόνηση σχετικού οδικού χάρτη που να θέτει προτεραιότητες ακόμη και μέχρι το 2050 και που θα συνδέει την έρευνα και τεχνολογία με την οικονομική ανάπτυξη.
  2. Πρέπει άμεσα να βελτιωθεί ο νόμος περί βιομηχανικής ιδιοκτησίας ώστε να επιτρέπεται η καταχώρηση λογισμικού σαν ευρεσιτεχνία. Να υπάρχουν κίνητρα σε ερευνητές να υποβάλλουν αιτήσεις ευρεσιτεχνίας προτού αποστείλουν τα άρθρα τους προς δημοσίευση. Ένας τρόπος θα ήταν οι τίτλοι ευρεσιτεχνίας να αποτελούν αντικειμενικό προσόν εξέλιξης για τους ΔΕΠ. Άλλωστε ένα τέτοιο μέτρο θα προστατεύσει τους ίδιους τους ερευνητές από πιθανή εκμετάλλευση των ερευνών τους από τρίτους.
  3. Η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει προφίλ διεθνούς παίκτη στον τομέα της επιστήμης και τεχνολογίας. Πρέπει να προβεί σε επιλεγμένες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες μεγάλης οικονομικής απόδοσης όπως λόγου χάρη οι μίνι-δορυφόροι και η εκτόξευση επί απαιτήσει. Να συμμετέχει σε μεγάλα διεθνή βιομηχανικά σχήματα στην αεροναυτική με τα σύγχρονα επιβατικά αεροπλάνα που θα σχεδιαστούν την επόμενη δεκαετία. Σήμερα η Αγγλία δημιουργεί τη δική της διαστημική βιομηχανία, ώστε να καταπολεμήσει την οικονομική κρίση και να δημιουργήσει τις βάσεις για το μέλλον.
  4. Σήμερα η Ευρώπη είναι εξαρτημένη από τις ΗΠΑ στο χώρο των μικροεπεξεργαστών και των μνημών με πιστοποίηση για αεροδιαστημική χρήση. Γιατί λοιπόν σαν χώρα να μην δραστηριοποιηθούμε στο διάλογο για μια πανευρωπαϊκή βιομηχανία που θα αναπτύσσει και θα παράγει ολοκληρωμένα κυκλώματα με τέτοια  πιστοποίηση;
  5. Τα έσοδα των επιχειρήσεων που θα προέρχονται από καινοτόμα προϊόντα τα οποία θα σχεδιάζονται μετά από ανάπτυξη ιδίας τεχνολογίας πρέπει να τυγχάνουν μειωμένης φορολογίας σε σχέση με εκείνα τα έσοδα που προκύπτουν από παραγωγή φασόν. Επίσης όταν χρηματοδοτούνται ερευνητικά προγράμματα επιχειρήσεων μέρος της χρηματοδότησης θα πρέπει να δίνεται με την έναρξη υλοποίησης του σχεδίου εκμετάλλευσης της τεχνολογίας.

Αγαπητοί φίλοι αντιλαμβάνεστε ασφαλώς ότι η επιτυχία τέτοιων μέτρων προαπαιτεί τόσο ισχυρή διακυβέρνηση και σταθερή πολιτική δέσμευση όσο και σταθερό θεσμικό και οικονομικό περιβάλλον, κράτος δικαίου και διαφάνεια.

H Oδηγία 2009/81/ΕΚ της ΕΕ και οι επιπτώσεις της στην αμυντική μας βιομηχανία

23/02/2010

Στις 21 Αυγ. 2009 τέθηκε σε ισχύ η οδηγία 2009/81/ΕΚ της ΕΕ που ρυθμίζει τις προμήθειες αμυντικού υλικού των κρατών μελών. Η οδηγία αυτή φιλοδοξεί την δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς για το αμυντικό υλικό εντάσσοντας κανόνες διαφάνειας και ανταγωνιστικότητας στις αμυντικές προμήθειες. Ταυτόχρονα τυποποιεί τις διαδικασίες προκήρυξης διαγωνισμών και τη συγγραφή των προδιαγραφών. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η οδηγία αυτή θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις μέχρι σήμερα διαδικασίες και πρακτικές προμηθειών που ακολουθεί ΥΕΘΑ, μια και η Ελλάδα έχει δύο χρόνια διορία για να ενσωματώσει την οδηγία αυτή στην εθνική νομοθεσία.

Η οδηγία 2009/81/ΕΚ εφαρμόζεται στις συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού και ευαίσθητου εξοπλισμού, περιλαμβανομένων μερών, επιμέρους στοιχείων και/ή συναρμολογημένων τμημάτων, κατασκευαστικών μερών και/ή υποσυγκροτημάτων, έργα, προμήθειες και υπηρεσίες που αφορούν άμεσα τον προαναφερθέντα εξοπλισμό για οιαδήποτε στοιχεία του κύκλου ζωής του καθώς και έργα και υπηρεσίες για ειδικούς στρατιωτικούς σκοπούς ή ευαίσθητα έργα και ευαίσθητες υπηρεσίες (Αρ.2). Το μείζων λοιπόν ζήτημα που πρέπει να διερευνηθεί επί του προκειμένου είναι κατά πόσον θίγονται τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα όσον αφορά την ελληνική αμυντική βιομηχανία, ποια είναι τα οφέλη και ποια τα κρίσιμα σημεία που θα πρέπει να τύχουν ιδιαιτέρας προσοχής. Η ανάλυση που θα ακολουθήσει διέπεται από την βασική πολιτική θέση ότι στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται η ελληνική αμυντική βιομηχανία πρέπει να τύχει υποστήριξης και αναπτυξιακής προοπτικής.

Η Ελλάδα αποτελεί το κατ’ εξοχήν κράτος αποδέκτη (recipient country) αμυντικού υλικού αφού το σύνολο του στρατιωτικού της εξοπλισμού (πλην απειροελάχιστων εξαιρέσεων και των πυρομαχικών) είναι εισαγόμενο. Επί πλέον είναι το μόνο κράτος που παρά την υφισταμένη στρατιωτική απειλή δεν φροντίζει για την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας εμμένοντας στις εισαγωγές. Υπό το πρίσμα αυτό η οδηγία της ΕΕ σε πρώτη ματιά δεν φαίνεται να μεταβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο προμηθειών των ενόπλων δυνάμεων όσον αφορά την εγχώρια αμυντική βιομηχανία μια και αυτή στερείται από ιδία προϊόντα (με αποκλειστική ευθύνη τις πολιτικές που ακολούθησαν διαχρονικά όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις) και ως εκ τούτου δεν προμηθεύει απ’ ευθείας το ΥΕΘΑ. Ωστόσο η αμυντική μας βιομηχανία διατηρείται μέσω των αντισταθμιστικών ωφελημάτων (ΑΩ) και τη συντήρηση. Εντούτοις η συντήρηση των οπλικών συστημάτων ρυθμίζεται πλέον με την οδηγία αυτή και επί προσθέτως, σύμφωνα με το FAQ της 28ης Αυγ. 2009 (παρ. 8), η οδηγία δεν μπορεί ούτε να επιτρέψει ούτε να ρυθμίσει τα ΑΩ διότι αυτά, πάντα σύμφωνα με την ΕΕ, προκαλούν διακρίσεις. Παρά ταύτα δεν τα απαγορεύει ρητά και αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να διασφαλίσουν ότι τα ΑΩ θα είναι εναρμονισμένα με τους κανόνες της οδηγίας.

Τα θέματα της συντήρησης

Το θέμα της συντήρησης είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την ΕΑΒ μια και από τον ιδρυτικό της νόμο είναι επιφορτισμένη για την διατήρηση του αξιόμαχου των πτητικών μέσων των ΕΔ. Σύμφωνα με την οδηγία η ΠΑ θα πρέπει πλέον να προβαίνει σε διεθνείς διαγωνισμούς για τη συντήρηση των F-16, M2000, C-130 κλπ… Ένας εύκολος τρόπος να παρακαμφθεί το πρόβλημα αυτό θα είναι το ελληνικό δημόσιο να υπογράψει μια μακρόχρονη σύμβαση συντήρησης (ισχύος 20+ ετών) προτού η οδηγία αυτή ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία. Πέραν αυτού υπάρχουν δύο παραθυράκια που επιτρέπουν την ανάθεση της συντήρησης των αεροσκαφών στην ΕΑΒ και κατ’ επέκταση κάθε οπλικού συστήματος σε αντίστοιχη ελληνική βιομηχανία:

(α) Σύμφωνα με το Αρ.13 η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που η αυτή θα υποχρέωνε ένα κράτος μέλος να παράσχει πληροφορίες η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη προς τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του. Αν λοιπόν η Ελλάδα ανέθετε τη συντήρηση των αεροσκαφών της σε αλλοδαπή εταιρεία, αυτό θα ισοδυναμούσε με γνωστοποίηση του αριθμού των αεροσκαφών που δεν είναι άμεσα επιχειρησιακά διαθέσιμα και ως εκ τούτου η Τουρκία θα μπορούσε να αναγάγει συμπεράσματα για την επιχειρησιακή ετοιμότητα της ΠΑ, οπότε ισχύει η δικλείδα ασφαλείας περί μη αποκάλυψης πληροφοριών που θα ήταν αντίθετες προς τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της Ελλάδος.

(β) Αν η συντήρηση των πτητικών μέσων ανατεθεί σε αλλοδαπή εταιρεία και ενδιάμεσα προκύψει κρίση η αλλοδαπή εταιρεία δεν μπορεί να υποβληθεί στις συνθήκες οικονομίας πολέμου και επιστράτευσης της Ελλάδος, οπότε η χώρα μας δεν θα μπορεί να επιβάλλει προτεραιότητα στην υλοποίηση και συντήρηση των πτητικών της μέσων ακόμη και μέσω κανιβαλισμού ή 24ωρης βάρδιας όπως συνέβη με την ΕΑΒ στην περίπτωση των Ιμίων. Είναι αλήθεια ότι το Αρ.23 περί ασφαλείας εφοδιασμού παρέχει τη δυνατότητα όπως το κράτος αποδέκτης να δεσμεύει τον προσφέροντα ότι «…θα εγκαθιδρύσει και/ή θα διατηρήσει την ικανότητα που απαιτείται προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αυξημένες ενδεχομένως ανάγκες της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα συνεπεία κρίσης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα συμφωνηθούν…» (Παρ. δ) και να απαιτεί «οιαδήποτε υποστηρικτικά έγγραφα των εθνικών αρχών της χώρας του προσφέροντος όσον αφορά την ικανοποίηση των αυξημένων αναγκών της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα ως συνέπεια κρίσης» (παρ. ε). Εν τούτοις το άρθρο αυτό δεν προσφέρει καμιά πρακτική εγγύηση ή οποιαδήποτε ουσιαστική εξασφάλιση στη χώρα μας σε μια κρίση με την Τουρκία, καθώς πολύ εύκολα ο ανάδοχος του έργου συντήρησης μπορεί να επικαλεστεί ένα σωρό λόγους και προφάσεις είτε για να αργοπορήσει την παράδοση με σκοπό να εξυπηρετηθούν τα εθνικά συμφέροντα του δικού του κράτους είτε για να εκβιάσει κερδοσκοπικά την Ελλάδα υπό την πίεση της εκτάκτου ανάγκης. Εν κατακλείδι, δεν θα έχει καμία αξία μια τυχόν εκ των υστέρων αποζημίωση λόγω μη συμμόρφωσης στους όρους της σύμβασης αν η Ελλάδα βγει χαμένη από την έκβαση της κρίσης.

Πέραν αυτού, και ιδιαίτερα για την Ελλάδα, η απώλεια της εγχώριας ικανότητας συντήρησης των πτητικών μέσων της Π.Α. θα δημιουργήσει δομικό πρόβλημα στο αξιόμαχο της Π.Α. διότι ακόμη και αν μελλοντικά αποφασίσει είτε λόγω επικείμενης έντασης είτε λόγω τετελεσμένων ως αποτέλεσμα κρίσεως να ξαναφέρει τη συντήρηση σε εγχώριο εργολάβο, η χώρα θα έχει ήδη απολέσει την εγχώρια βιομηχανική υποδομή. Τούτο αντιτίθεται ευθέως με την αρχή της αμυντικής βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης στην Ευρώπη και στην ανάπτυξη των στρατιωτικών δυνατοτήτων που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας που επικαλείται η οδηγία στο εισαγωγικό της κείμενο, καθώς και των ζωτικών συμφερόντων ασφαλείας της Ελλάδος όπως αυτά ερμηνεύονται από την ερμηνευτική ανακοίνωση της ευρωπαϊκής επιτροπής της 7 Δεκ. 2006 για την εφαρμογή του άρ. 296 της Συνθήκης. Οπότε η διατήρηση της συντήρησης των οπλικών συστημάτων στην Ελλάδα είναι ένα μέτρο που η χώρα μας δεν άλλη επιλογή προκειμένου να προστατεύσει τα ουσιώδη συμφέροντα ασφάλειάς της σε εθνικό επίπεδο. Τα παραπάνω δεν περιορίζονται ασφαλώς μόνο για τα πτητικά μέσα αλλά για το σύνολο των οπλικών συστημάτων.

Να σημειώσουμε ότι πέραν της συντήρησης οι ίδιοι λόγοι επιβάλλουν την ανάθεση προμήθειας πυρομαχικών και ανταλλακτικών σε εγχώρια βιομηχανία καθώς αυτά αποτελούν το δεύτερο βασικό πυλώνα διατήρησης της επιχειρησιακής ετοιμότητας, και σε ώρα κρίσης την ικανότητα της χώρας να ανταπεξέλθει σε συνθήκες παρατεταμένων επιχειρήσεων (χαρακτηριστικό παράδειγμα η παραγωγή ερπυστριών).

Το ζήτημα των ΑΩ

Τα αντισταθμιστικά ωφελήματα αποτελούν πάγια πρακτική στις προμήθειες οπλικών συστημάτων. Η επιτροπή είναι γενικά αντίθετη στην εφαρμογή τους ως κριτήριο αξιολόγησης προσφορών με την αντίληψη ότι αυτά διαστρεβλώνουν τις συνθήκες ανταγωνισμού, εντούτοις εμφανίζεται ελαστική στην εφαρμογή των άμεσων ΑΩ, εκείνων δηλαδή που σχετίζονται με την παραγωγή στρατιωτικού υλικού. Οι πραγματικοί λόγοι της αντίθεσης των ευρωπαϊκών οργάνων στα ΑΩ βρίσκονται στην επιθυμία τους να στηρίξουν τα συμφέροντα των μεγάλων βιομηχανιών παραγωγής αμυντικού υλικού και των εθνικών συμφερόντων των κρατών που εξάγουν αμυντικό υλικό. Παρά ταύτα βρίσκονται σε αδυναμία να τα απαγορεύσουν διότι μια τέτοια κίνηση θα συγκρουόταν όχι μόνο με τα βιομηχανικά και οικονομικά συμφέροντα των μικρότερων και συνεπώς λιγότερο αναπτυγμένων κρατών αλλά και με την ιδία πολιτική της ΕΕ που θέλει την ανάπτυξη της βιομηχανικής και τεχνολογικής υποδομής. Άλλωστε η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας έχει άμεση σχέση όχι μόνο με την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών των μικρών κρατών και με την οικονομία κλίμακας (όπως θα δούμε παρακάτω) αλλά και συναρτάται άμεσα με τα ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας ορισμένων κρατών και ιδιαίτερα της Ελλάδος. Να σημειώσουμε εδώ ότι μπορεί μεν η προαναφερθείσα ερμηνευτική ανακοίνωση της 7 Δεκ. 2006 να θεωρεί ότι βιομηχανικά και οικονομικά συμφέροντα, αν και συνδέονται με την παραγωγή και την εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού, να μην μπορούν αφ’εαυτών να δικαιολογήσουν εξαίρεση με βάση το άρθρο 296, εντούτοις αυτή η ερμηνεία μπορεί εύκολα να καταρριφθεί αν η εν λόγω παραγωγή συνδέεται με τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας, όταν η εγχώρια βιομηχανία αποτελεί θεσμικά αναπόσπαστο μέρος της εθνικής άμυνας.

Γι’ αυτούς τους λόγους η οδηγία δεν μπαίνει σε θέματα ρύθμισης ΑΩ εφόσον αυτά είναι αντικείμενο παραγωγής στρατιωτικού υλικού και τίθενται ως μέτρο αξιολόγησης των υποψηφίων χωρίς να θίγεται η ίση μεταχείριση των υποψηφίων προμηθευτών. Μάλιστα η οδηγία έμμεσα προσφέρει και ορισμένα εργαλεία που μπορεί να είναι ιδιαίτερα επωφελή για τη χώρα μας.

Το Αρ.21, παρ.4 αναφέρει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από τον ανάδοχο να αναθέτει υπό μορφή υπεργολαβίας σε τρίτους μέρος της σύμβασης σε ποσοστό μέχρι το 30 % της αξίας της. Οι προσφέροντες βέβαια μπορούν να προτείνουν να ανατεθεί με υπεργολαβία ποσοστό της συνολικής αξίας που υπερβαίνει το απαιτούμενο από την αναθέτουσα αρχή/τον αναθέτοντα φορέα φάσμα. Τούτο πρακτικά σημαίνει ΑΩ. Η μέχρι σήμερα ελληνική πρακτική θέλει η πραγματική αξία των ΑΩ να είναι το πολύ στο επίπεδο των 10%-15% του συναλλαγματικού μέρους της σύμβασης προμήθειας. Η πραγματική δε αξία των ΑΩ πολλαπλασιαζόμενη με έναν πιστωτικό συντελεστή 8-10 εμφανίζεται πλασματικά ότι η εγχώρια βιομηχανική παραγωγή να είναι σε ποσοστό άνω του 100% επί της αξίας της προμήθειας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για πιστωτική αξία των ΑΩ.

Όπως γίνεται αντιληπτό οι πιστωτικοί συντελεστές εισάγουν στρεβλώσεις και διακρίσεις μεταξύ των υποψηφίων προμηθευτών χωρίς να παραλείπονται και περιπτώσεις παραπλάνησης της κοινής γνώμης. Με τη νέα οδηγία οι πιστωτικοί συντελεστές καταργούνται. Επίσης φαίνεται να καταργούνται όλα τα ΑΩ που δεν έχουν σχέση με παραγωγή αμυντικού και διασταλτικά αεροναυπηγικού υλικού. Δηλαδή το ΥΕΘΑ πρέπει να καταργήσει όλες εκείνες τις διατάξεις που ήθελαν τη χρήση των ΑΩ για τη χρηματοδότηση αγοράς ανταλλακτικών από το εξωτερικό (λ.χ. παλαιότερα για τα παλαιά οχήματα που παραλάβαμε από τα αποθέματα της Αν. Γερμανίας), ανέγερσης ή επισκευής κτιρίων (λ.χ. για την επισκευή των κτιρίων της ΣΙ που έπαθαν ζημιά από τον σεισμό της Αθήνας), προγραμμάτων παροχής υλικοτεχνικής υποδομής στο ΥΠΕΘΑ (λ.χ. προσφορά πρόσθετων αρμάτων από τα αποθέματα του γερμανικού στρατού) και προγραμμάτων για την ενίσχυση του κοινωνικού ρόλου του ΥΠΕΘΑ (Υπ.Απ.121080/21.12.2006). Υπό αυτήν την έννοια λοιπόν τα ΑΩ μπορούν να διοχετευτούν αποκλειστικά στην ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας εφόσον εξυπηρετούν το στόχο της πολιτικής της βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης.

Τέλος το αρ.13 που αδρανοποιεί την οδηγία στις περιπτώσεις που αυτή θα υποχρέωνε ένα κράτος μέλος να παράσχει πληροφορίες η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη προς τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του, καθώς και για τις συμβάσεις για σκοπούς δραστηριοτήτων συλλογής πληροφοριών, όπως και το αρ.22 για την ασφάλεια των πληροφοριών ανοίγουν διάπλατα την πόρτα για ελαστικότερη εκμετάλλευση των ΑΩ σε θέματα τηλεπικοινωνιών, ναυτιλίας, ηλεκτρονικού πολέμου, αισθητήρων (ραντάρ, IR κλπ…), πυραυλικής τεχνολογίας τηλεπισκόπησης κ.α.

Ο συνδυασμός των άρ. 13 και 22 της οδηγίας και του άρ.296 της Συνθήκης δίνει τη δυνατότητα στη χώρα μας να ζητάει την εγχώρια παραγωγή ηλεκτρονικών μονάδων (LRUs – Line Replaceable Units) αεροσκαφών, αρμάτων κ.ο.κ. διότι αυτά αποτελούν ανταλλακτικά με ρόλο τη συλλογή πληροφοριών που ενσωματώνονται στα οπλικά συστήματα και για τα οποία η αποκάλυψη πληροφοριών θα έβλαπτε τα ουσιαστικά συμφέροντα ασφαλείας της Ελλάδος.

Η απ’ ευθείας ανάθεση ανάπτυξης και παραγωγής αμυντικού υλικού.

Τυπικά η οδηγία αυτή απαγορεύει την απ’ ευθείας ανάθεση της προμήθειας οπλικού συστήματος σε ελληνική βιομηχανία. Εντούτοις το αρ.13 που αδρανοποιεί την οδηγία στις περιπτώσεις που αυτή θα υποχρέωνε ένα κράτος μέλος να παράσχει πληροφορίες η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη προς τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του, καθώς και για τις συμβάσεις για σκοπούς δραστηριοτήτων συλλογής πληροφοριών δίνει και πάλι την ευκαιρία στο ΥΕΘΑ να αναθέτει απ’ ευθείας σε ελληνική βιομηχανία την ανάπτυξη, παραγωγή και προμήθεια  ευαίσθητων συστημάτων σε τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες, ναυτιλία, ηλεκτρονικός πόλεμος, αισθητήρες (ραντάρ, IR κλπ…), πυραυλικά συστήματα, επιτήρηση, τηλεπισκόπηση κ.α. Μία ματιά στο ΕΜΠΑΕ που είναι δημόσια διαθέσιμο (π.χ. για τους συνδρομητές της Epicos – http://www.epicos.com) είναι αποκαλυπτική για τα προγράμματα που το ΥΕΘΑ θα μπορούσε άνετα να αναθέσει την ανάπτυξη και παραγωγή τους σε ελληνικές βιομηχανίες παρακάμπτοντας την οδηγία, όπως συστήματα αυτοπροστασίας και ηλεκτρονικού πολέμου, όπλα αέρος – εδάφους, διόπτρες νυχτερινής όρασης και συστήματα νυχτερινής επιτήρησης, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, συστήματα σκόπευσης όλμων, συστήματα επικοινωνιών συμπεριλαμβανομένων και των δορυφορικών, συστήματα C4I, IR και laser.

Υπάρχει ενδεχομένως κάποιο πρόβλημα για κάποιες κατηγορίες συστημάτων όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα τεθωρακισμένα και μη οχήματα και τα πλοία επιφανείας όπως περιπολικά ανοιχτής θαλάσσης ή κορβέτες. Το πρόβλημα αυτό εύκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί αν το ΥΕΘΑ ξεκινούσε διαδικασίες ανάθεσης προκαταρκτικών μελετών σε ελληνικές βιομηχανίες για τα προαναφερθέντα. Θα μπορούσαν αυτές να είναι λόγου χάρη η εννοιολογική σχεδίαση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των οχημάτων και η μελέτη για τις γραμμές των πλοίων της επόμενης γενιάς. Επειδή ο κύκλος ζωής των οπλικών συστημάτων ερμηνεύεται στο εισαγωγικό κείμενο της οδηγίας (παρ.12) ως «…έρευνα και ανάπτυξη, βιομηχανική ανάπτυξη, παραγωγή, επισκευή, εκσυγχρονισμός, τροποποίηση, συντήρηση, διοικητική μέριμνα, εκπαίδευση, δοκιμή, απόσυρση και διάθεση. Αυτά τα στάδια περιλαμβάνουν παραδείγματος χάριν μελέτες, αξιολόγηση, αποθήκευση, μεταφορά, ενσωμάτωση, εξυπηρέτηση, αποσυναρμολόγηση, καταστροφή και όλες τις άλλες υπηρεσίες που έπονται του αρχικού σχεδιασμού», η ανάθεση των αρχικών μελετών προ της ενσωμάτωσης της οδηγίας στην ελληνική νομοθεσία θα εξαιρούσε την απόκτηση αυτών των συστημάτων από την οδηγία και έτσι το ΥΠΕΘΑ θα είχε τουλάχιστον μια εικοσαετή περίοδο να προμηθεύεται αυτά με απ’ ευθείας αναθέσεις. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για τον εκσυγχρονισμό των αεροσκαφών και των πλοίων. Αυτές οι προκαταρκτικές μελέτες δεν αποτελούν σημαντικό κόστος αλλά δίνουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να αναθέτει σε μεγάλο βάθος χρόνου μεγάλα προγράμματα στην εγχώρια βιομηχανία κατά παρέκκλιση της οδηγίας. Εν πάση περιπτώσει είναι μια πρακτική που η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία και οι άλλες χώρες χρησιμοποιούν ώστε να προστατεύσουν την ανταγωνιστικότητα των εθνικών τους βιομηχανιών από την οδηγία. Σε κάθε όμως περίπτωση ο ασφαλής τρόπος παράκαμψης της οδηγίας είναι η ανάθεση 20+ ετών συμβάσεων ανάθεσης ανάπτυξης και παραγωγής οπλικών συστημάτων.

 

Ειδικές εξαιρέσεις

Το Αρ.12 αδρανοποιεί την παρούσα οδηγία σε περιπτώσεις συμβάσεων που διέπονται από ειδικούς διαδικαστικούς κανόνες δυνάμει διεθνούς συμφωνίας ή διακανονισμού που έχει συναφθεί μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, και μιας ή περισσοτέρων τρίτων χωρών. Επίσης η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται (Αρ.13) στις συμβάσεις που ανατίθενται στο πλαίσιο προγράμματος συνεργασίας βάσει έρευνας και ανάπτυξης, που εκτελούνται από κοινού από τουλάχιστον δύο κράτη μέλη για την ανάπτυξη νέου προϊόντος και, κατά περίπτωση, τις μεταγενέστερες φάσεις για όλα ή μέρη του κύκλου ζωής του προϊόντος αυτού. Αυτό σημαίνει ότι αν η Ελλάδα αποφασίσει να προμηθευτεί ρωσικά ή αμερικανικά οπλικά συστήματα μπορεί να αγνοήσει την οδηγία και να ακολουθήσει τη λύση της διακρατικής συμφωνίας. Το σημαντικό όμως στοιχείο της οδηγίας είναι το γεγονός ότι αυτή δεν έχει ισχύ στην περίπτωση των κοινοπραξιών. Δηλαδή αν αύριο η Ελλάδα αποφασίσει να αγοράσει UCAV υλοποιεί την προμήθειά της χωρίς διαγωνισμό διότι συμμετέχει στην κοινοπραξία του Neuron. Σε αντίθεση αυτού αν η Ελλάδα αποφάσιζε να αγοράσει τα εκπαιδευτικά αεροσκάφη πρέπει να προκηρύξει διεθνή διαγωνισμό, ενώ αν συμμετείχε στην κοινοπραξία του Aermacchi M364 όπως αρχικά είχε προγραμματιστεί θα το αγόραζε απευθείας διότι αποτελούσε προϊόν κοινοπραξίας στην οποία συμμετέχει η χώρα.

Σύμφωνα με το άρθρο 28 οι αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς μπορούν μετά από δικαιολόγηση να συνάπτουν συμβάσεις προσφεύγοντας σε διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς να προηγείται δημοσίευση της προκήρυξης διαγωνισμού για συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών όταν, λόγω κατεπείγουσας ανάγκης οφειλόμενης σε κρίση, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται για τις κλειστές ή με διαπραγμάτευση διαδικασίες με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, καθώς και των συντομευμένων περιόδων. Τούτο μπορεί να εφαρμόζεται για παράδειγμα στις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή η δέσμευση του προσφέροντος ότι θα διατηρήσει την ικανότητα που απαιτείται προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αυξημένες ενδεχομένως ανάγκες της αναθέτουσας αρχής/του αναθέτοντος φορέα συνεπεία κρίσης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 23, παρ. 2δ. στο μέτρο που είναι απολύτως απαραίτητο, εάν λόγω κατεπείγουσας ανάγκης οφειλόμενης σε γεγονότα απρόβλεπτα για τις εν λόγω αναθέτουσες αρχές/αναθέτοντες φορείς, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται για τις κλειστές διαδικασίες ή τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού.

Συμπεράσματα

Φθάσαμε σε αυτό το σημείο διότι διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις από το 1980 και μετά δεν φρόντισαν για την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας και για την μετεξέλιξή της σε έναν αναπτυξιακό, παραγωγικό και ανταγωνιστικό κλάδο. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα βρισκόμασταν σήμερα στο σημείο να ψάχνουμε για παραθυράκια αποφυγής της νέας οδηγίας αφού θα είχαμε συμμετέχει σε κοινοπραξίες, θα είχαμε αναπτύξει καινοτόμες τεχνολογίες στις οποίες θα είχαμε τα βιομηχανικά δικαιώματα και θα είχαμε εξαγωγές αμυντικού υλικού. Σε κάθε περίπτωση όμως η προηγούμενη ηγεσία του ΥΠΕΘΑ είναι πολιτικά υπόλογη ενώπιων του ελληνικού λαού διότι αγνόησε τις προειδοποιήσεις της Ένωσης Ελληνικών Εταιρειών Αεροδιαστημικής & Άμυνας (ΕΕΛΕΑΑ) και συναίνεσε αρχικά στον κώδικα συμπεριφοράς και στη συνέχεια στην αποδοχή αυτής της οδηγίας χωρίς να λάβει προστατευτικά μέτρα όπως λόγου χάρη μια μεγάλη περίοδο προσαρμογής ή/και ανάθεση μελετητικών συμβάσεων.

Ειδικότερα ο τελευταίος νόμος περί προμηθειών Ν3433/2006 με τις συνοδευτικές υπουργικές αποφάσεις (ΦΕΚ τεύχος 2, Αρ. Φύλλου 1850 της 21 Δεκ. 2006, σελ.25109-25156) υπήρξε εξόχως δυσνόητος και παρουσίασε σοβαρότατα προβλήματα κυρίως ως προς τον υπολογισμό της ΕΠΑ (Εθνική Προστιθέμενη Αξία) και τα ΑΩ (Αντισταθμιστικά Ωφελήματα). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Υπ. Απόφαση 121080/6.12.06 που αφορά στον υπολογισμό των ΑΩ στην οποία αναφέρεται ότι το 10% των ΑΩ θα χρηματοδοτεί το κοινωνικό έργο του ΥΠΕΘΑ (Αρ.6/παρ.2ε)!!!! Όμως τα ΑΩ είχαν θεσπιστεί για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας με έργα συμπαραγωγής οπλικών συστημάτων. Οπότε η παράγραφος αυτή αποτελούσε υπαναχώρηση στις συνθήκες του οικονομικού και βιομηχανικού περιβάλλοντος που ίσχυε στην Ελλάδα στη δεκαετία του 70, σε εποχές δηλαδή που λειτουργούσε το barter countertrade. Η δυσλειτουργία του νόμου αυτού είχε επισημανθεί από την ΕΕΛΕΑΑ, δηλαδή τις μεγάλες ελληνικές βιομηχανίες αμυντικού υλικού, οι οποίες και είχαν προτείνει συγκεκριμένες λύσεις. Όμως η προηγούμενη ηγεσία του ΥΕΘΑ είχε αρνηθεί οποιαδήποτε αλλαγή. Το αποτέλεσμα ήταν να φρακάρουν κυριολεκτικά όλα τα εξοπλιστικά προγράμματα, οπότε πρακτικά ο νόμος αυτός ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε με αποτέλεσμα να μην διοχετευτούν σημαντικά προγράμματα στην αμυντική βιομηχανία.

Σε τελική ανάλυση η οδηγία αυτή αφήνει δυνατότητες στην ελληνική πλευρά να αναθέσει συμβάσεις υπηρεσιών και προμηθειών στις ελληνικές βιομηχανίες σε τομείς που έχουμε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα όπως είναι ο ηλεκτρονικός πόλεμος. Σε κάθε όμως περίπτωση ο ασφαλέστερος τρόπος εξασφάλισης των συμφερόντων της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι η σύναψη 20+ ετών συμβάσεων ανάθεσης ανάπτυξης και παραγωγής αμυντικού υλικού προτού η οδηγία αυτή ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία. Πέραν αυτού αν το ελληνικό κράτος αποφασίσει να στηρίξει στο μέγιστο την ελληνική βιομηχανία και να μεγιστοποιήσει τα οικονομικά οφέλη από τις προμήθειες οπλικών συστημάτων η συμμετοχή σε κοινοπραξίες φαίνεται μονόδρομος. Αν πάλι η κυβέρνηση επιθυμεί να διατηρήσει την μέχρι σήμερα πολιτική εισαγωγών τότε η οδηγία αυτή αποτελεί τη χρυσή αφορμή για αναθέσεις εξοπλιστικών προγραμμάτων σε ξένες βιομηχανίες και τη διοχέτευση των φόρων του έλληνα πολίτη στο εξωτερικό προς στήριξη των ξένων κατασκευαστών οπλικών συστημάτων.

Δρ. Αίθων – Οδυσσεύς Ναρλής