Archive for the ‘Χωρίς κατηγορία’ Category

Το Αξιόμαχο της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας Μετά το Πραξικόπημα του 2016

10/02/2017

Αίθων – Οδυσσεύς Ναρλής

Η Bilgehan Bulbul είναι επιτελική (Kurmay) Αντισμήναρχος (Ι) της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας (THK) που υπηρετεί στο τουρκικό ΓΕΕΘΑ (Genel Kurmay Baskanligi). Ως η πιο υψηλόβαθμη γυναίκα αξιωματικός της THK προοριζόταν να γίνει η πρώτη γυναίκα ανώτατος αξιωματικός (Ταξίαρχος) των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (TSK) και είχε όλα τα προσόντα για να διεκδικήσει μελλοντικά την θέση του αρχηγού της THK. Επίσης ήταν η πρώτη γυναίκα διοικητής μοίρας.

Η B. Bulbul συμμετείχε στην «εκδρομή» που έκανε η ηγεσία των TSK στα Ίμια με την ιδιότητά της ως στέλεχος στο επιτελικό γραφείο του ΑΓΕΕΘΑ Hulusi Akar. Εκεί εκτελούσε καθήκοντα συμβούλου για θέματα πολεμικής αεροπορίας. Όμως την επομένη της επιστροφής τους στην Άγκυρα συνελήφθη  με την κατηγορία ότι ανήκει στην παράταξη του Gulen.

Η συλληφθείσα υπηρετούσε προηγουμένως ως διοικητής μοίρας στην 221η Μοίρα (Gezgin Filo). Στην μονάδα αυτή ανήκουν τα μεταφορικά αεροπλάνα και τα αεροπλάνα ηλεκτρονικού πολέμου CASA. Η ίδια είχε συλληφθεί και παλαιότερα, μετά το πραξικόπημα, όμως επειδή διαπιστώθηκε ότι είχε ειδοποιήσει το προσωπικό να μην συμμετέχει στο κίνημα είχε αφεθεί ελεύθερη. Είχε πάρει έπαινο για την στάση της αυτή και στην συνέχεια συμμετείχε στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων που διενήργησε ΕΔΕ για να διαπιστωθεί η δράση της Αεροπορικής Βάσης Akinci.

Μαζί με αυτήν συνελήφθη και ο σύζηγός της Nail Bulbul, Επιτελικός (Kurmay) Αντισμήναρχος (Ι) της THK και αυτός, ο οποίος υπηρετεί στην 1η Κύρια Αεροπορική Βάση Αεριωθουμένων (Ana Jet Ussu) στο Εσκίσεχιρ (Akinci Filo). Τα καθήκοντά του ήταν ο συντονισμός των F – 16 που βομβαρδίζουν την πόλη Al – Bab στην Β. Συρία. Κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος ο Nail Bulbul ήταν διοικητής της 142ης Μοίρας Αναγνωρίσεως στην Αεροπορική Βάση Akinci και είχε συλληφθεί και αυτός, αλλά αργότερα αφέθηκε ελεύθερος ελλείψει στοιχείων.

Οι παραπάνω συλλήψεις έγιναν με την κατηγορία ότι το ζεύγος διοργάνωνε κατ’ οίκον συναθροίσεις με ιμάμηδες της παρατάξεως του Gulen και αποτελούν μέρος των προσφάτων συλλήψεων δέκα χειριστών της ΤΗΚ με την κατηγορία ότι είναι οπαδοί του Gulen.

Τα παραπάνω πρέπει να συνεκτιμηθούν σε συνέχεια της συνέντευξης που έδωσε στο CNN Τούρκος αξιωματικός που υπηρετούσε πριν την αποπομπή του σε ευρωπαϊκή βάση του NATO. Ο αξιωματικός αυτός ισχυρίζεται ότι οι TSK, τόσο η αεροπορία όσο και το ναυτικό έχουν χάσει σε μεγάλο βαθμό την μαχητική τους ικανότητα: «The capacity for the Turkish air force has collapsed» και “To be very blunt over here, (the) Turkish military, Navy, Air Force have lost their war-fighting capability to a great extent», δικά του λόγια. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του δεν επαρκούν οι πιλότοι για τα F – 16 που βομβαρδίζουν την Συρία.

Σε συνέχεια των προαναφερθέντων στοιχείων έχει αξία να ποσοτικοποιηθεί η «μείωση της μαχητικής ικανότητας της THK» για να υπάρχει μια αντικειμενική αντίληψη των μεγεθών και οι διάφορες εκτιμήσεις να αποκτήσουν ;έτσι πραγματική επιχειρησιακή αξία για τις ΕΕΔ. Γι’ αυτόν τον λόγο υπάρχουν αξιόλογες πηγές, πρωτόλεια Τουρκικά δημοσιεύματα, για τα τεκταινόμενα εντός των TSK, όσο και διεθνής βιβλιογραφία ως προς την απαιτούμενη επάνδρωση μίας σύγχρονης πολεμικής αεροπορίας.

Τις μέρες που ακολούθησαν το πραξικόπημα αποτάχθηκαν 280 περίπου αξιωματικοί χειριστές μαχητικών αεροσκαφών (ο αριθμός ποικίλλει ανάλογα τις πηγές από 284 – 254). Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του αριθμού, αυτός αντιπροσωπεύει περίπου τον αριθμό των νέων χειριστών μαχητικών αεροσκαφών που εντάσσονται στις τάξεις της USAF κάθε χρόνο! Πριν το πραξικόπημα υπηρετούσαν 600 χειριστές μαχητικών στην THK. Μετά την αποπομπή / απόταξη / σύλληψη των 280 εξ ‘ αυτών παραμένουν σε υπηρεσία περίπου 320 – 330 χειριστές μαχητικών αεροσκαφών. Η THK διαθέτει 321 μαχητικά αεροσκάφη εκ των οποίων τα 240 είναι F – 16. Τούτο σημαίνει ότι πριν το πραξικόπημα αναλογούσαν περίπου 2 χειριστές ανά αεροπλάνο, ενώ αυτήν την στιγμή αυτή η αναλογία έχει πέσει στο 0.8/1 χειριστές ανά αεροπλάνο.

Σύμφωνα όμως με το υπ’ αρ. RR1113 πόνημα της δεξαμενής σκέψης RAND, η πρέπουσα αναλογία χειριστών / μαχητικών αεροσκαφών είναι 1.25/1 ώστε να είναι επιχειρησιακά όλα τα διαθέσιμα αεροσκάφη. Από εδώ προκύπτει αβίαστα ότι η THK δεν μπορεί να διαθέσει όλα της τα μαχητικά αεροσκάφη σε μία σύγκρουση μεγάλης έκτασης.

Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και να εξισορροπήσει την αναλογία η THK σχεδιάζει μεταξύ άλλων να καταργήσει πέντε μοίρες που έχουν βάση την Αεροπορική Βάση Akinci (141, 142 και 143 Μοίρες) και την Αεροπορική Βάση Bandirma (161 και 162 Μοίρες). Οι δύο αυτές βάσεις θα μετατραπούν σε εφεδρικές και τα αεροσκάφη που επιχειρούσαν από αυτές θα μετακινηθούν σε άλλες αεροπορικές βάσεις. Τούτο αντιπροσωπεύει μια μείωση 100 περίπου αεροσκαφών, δηλαδή από τα 240 F – 16 που είναι καταχωρημένα παραμένουν σε ετοιμότητα περίπου μόνο 140 αεροσκάφη. Αυτή η μείωση αντιπροσωπεύει μια μείωση της ικανότητας αεράμυνας (αναχαίτιση) και δίωξης / βομβαρδισμού της THK κατά 41%. Σημειωτέον ότι η Βάση της Bandirma είναι μία από τις βάσεις με επιθετικό σχεδιασμό εναντίον της Ελλαδος.

Πριν το πραξικόπημα η THK εκτελούσε 12 εξόδους CAP (Combat Air Patrol) ημερησίως στα νοτιοανατολικά της εδάφη. Σήμερα για τις επιχειρήσεις στη Συρία η THK εκτελεί 8 εξόδους CAP  και διατηρεί 2 σε ετοιμότητα στο έδαφος. Ενώ η αεροπορική βάση του Diyarbakir δραστηριοποιείται εναντίον των Κούρδων στο Τουρκοκρατούμενο Κουρδιστάν οι βάσεις Bandirma και Balikesir (η δεύτερη αεροπορική βάση νότια της Προποντίδος και αυτή με επιθετικό σχεδιασμό εναντίον της Ελλάδος) επιχειρούν στην εισβολή στη Συρία. Ωστόσο από τα τουρκικά δημοσιεύματα προκύπτει ότι η Τουρκία ακολουθεί ένα αργό τέμπο επιχειρήσεων τόσο στην Συρία όσο και εναντίον του PKK. Η σημαντική μείωση της τουρκικής αεροπορικής δραστηριότητας παρότι μετά το πραξικόπημα άνοιξε και το μέτωπο της Συρίας συνηγορεί στην υπόθεση ότι η έλλειψη χειριστών είναι ο κύριος περιοριστικός παράγοντας.

Πριν το πραξικόπημα η THK διατηρούσε επτά (7) μοίρες F – 16 δίωξης / βομβαρδισμού. Από αυτές τις 7 μοίρες οι τέσσερεις έχουν καταργηθεί. Έτσι μένουν μόνο τρεις μοίρες με πρωτεύοντα ρόλο δίωξης / βομβαρδισμού. Η Τουρκία πιθανότατα χρησιμοποιεί την 182η Μοίρα (Diyarbakir) και την 192η (Balikesir) Μοίρα για CAPs, αφήνοντας τις 181η και  191η Μοίρες για βομβαρδισμούς στην Συρία. Ως εκ τούτου μία εκ των σημαντικών παραμέτρων που συνέδραμαν στις μεγάλες απώλειες του Τουρκικού Στρατού σε άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα είναι η έλλειψη πυκνής αεροπορικής εγκυούς υποστηρίξεως η οποία δικαιολογείται μόνο με την έλλειψη χειριστών μαχητικών αεροσκαφών.

Επί αυτού Αμερικανοί στρατιωτικοί αναλυτές με παλαιότερη θητεία ως χειριστές μαχητικών αεροσκαφών στην USAF και στην USN εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον η THK μπορεί να ανταποκριθεί σε δύο μέτωπα τόσο στην Συρία όσο και εναντίον του PKK με τόσο αποδυναμωμένη αεροπορία. Βραχυπρόθεσμα η THK μπορεί να μετασταθμεύσει επιθετικά αεροπλάνα από τις καταργηθείσες Μοίρες σε άλλες αεροπορικές βάσεις αλλά τελικά η έλλειψη χειριστών θα εμποδίσει την χρήση τους. Θεωρητικά επίσης η THK θα μπορούσε να φορτώσει ώρες στα αεροπλάνα εναέριου ανεφοδιασμού για να αντισταθμίσει την έλλειψη χειριστών.

Η THK διαθέτει 7 KC – 135. Αυτά θα μπορούσαν να παραμείνουν για περισσότερη ώρα στον αέρα για να διατηρούν τα F – 16 επίσης περισσότερη ώρα στον αέρα και έτσι να μειώσουν τον απαιτούμενο ανά ημέρα αριθμό χειριστών. Δεν είναι ανήκουστο μαχητικά αεροσκάφη να παραμένουν στον αέρα 4 – 8 ώρες χάριν με την βοήθεια εναερίου ανεφοδιασμού. Αυτό βέβαια εξαρτάται από τους χειριστές των KC – 135. Όμως ο διοικητής τους Ταξ/χος (Ι) Bekir Ercan Van ήταν με τους πραξικοπηματίες και 2 έως 4 αεροπλάνα του ανεφοδίασαν τα F – 16 των πραξικοπηματιών. Σήμερα μόνο 1 αεροπλάνο ανεφοδιασμού καυσίμων KC – 135 συμμετέχει στην εισβολή της Συρίας δεδομένου ότι αποτάχθηκαν 30 χειριστές αεροσκαφών από την 10η Μοίρα εναερίου  ανεφοδιασμού. Έλλειψη 30 χειριστών για τα αεροσκάφη ανεφοδιασμού ενέχει την ίδια βαρύτητα με την αντίστοιχη έλλειψη χειριστών μαχητικών αεροσκαφών.

Για μετριάσει τις συνέπειες η THK έχει επιστρατεύσει τα παρακάτω μέσα:

  1. Αύξηση του υποχρεωτικής υπηρεσίας. Σήμερα η υποχρεωτική διάρκεια παραμονής στην υπηρεσία είναι 15 χρόνια και σε 25 χρόνια βγαίνουν στην σύνταξη. Η πρόταση είναι να αυξηθεί ο χρόνος παραμονής στην υπηρεσία στα 18 έτη και να κατέβει ο χρόνος συνταξιοδότησης και αυτός στα 18 χρόνια ούτως ώστε να υπάρχει κίνητρο να παραμένουν οι χειριστές 18 χρόνια στην υπηρεσία και για να πάρουν και σύνταξη με την αποχώρησή τους.
  2. Επαναφορά σε κλάση ιπταμένων εκείνων των αξιωματικών από την αεροπορική ακαδημία που κόπηκαν λόγω ιατρικού προβλήματος ή ανεπάρκειας σε πτητικές ασκήσεις. Αυτήν την στιγμή υπάρχουν 700 νέοι ανθυποσμηναγοί και υποσμηναγοί που ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία. Η Τουρκική ηγεσία θεωρεί ότι κάποιοι από αυτούς θα μπορούσαν να επανενταχθούν στις τάξεις των ιπταμένων.
  3. Μεταγραφή φοιτητών πολυτεχνικών σχολών (ηλεκτρολόγων, μηχανολόγων, αεροναυπηγών μηχανικών και μηχανικών Η/Υ και μηχανικών διαστημικής) στην αεροπορική ακαδημία για να μετατραπούν σε χειριστές αεροσκαφών μετά από ταχύρρυθμη εκπαίδευση δύο ετών. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρόταση να επιστρατεύουν και εκπαιδευόμενους χειριστές σε σχολές πολιτικής αεροπορίας.
  4. Επαναφορά σε υπηρεσία αυτών που εργάζονται στην πολιτική αεροπορία. Αν και η THK ήλπιζε ότι θα αντλήσει σημαντικό αριθμό ιπταμένων από αυτήν την δεξαμενή σύμφωνα με την Anadolu Ajansi μέχρι σήμερα μόνο 6 ανταποκρίθηκαν.

Η Τουρκική ηγεσία ελπίζει να καλύψει τη έλλειψη χειριστών μέσα σε δύο χρόνια με τα παραπάνω μέτρα ωστόσο φαίνεται η πρωτοβουλία αυτή να μην φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα λόγω του μειωμένου αριθμού ενδιαφερομένων για τις πρωτοβουλίες 3 και 4 και για τα πραγματικά αντικειμενικά εμπόδια για την πρωτοβουλία 2. Σε κάθε περίπτωση όμως υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των προτεινομένων μέτρων καθόσον αφενός οι δεξιότητες χειριστού μαχητικών χάνονται πολύ εύκολα για  όσους έχουν αποστρατευτεί και δεν είναι καθόλου εύκολη η απόκτησή τους γενικότερα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Δεδομένου ότι η THK έχει απαίτηση για 600 χειριστές μαχητικών αεροσκαφών ώστε το σύνολο των αεροσκαφών της (πλην εκείνων που βρίσκονται σε συντήρηση) να είναι σε ετοιμότητα και εφόσον η υποχρεωτική παραμονή στην υπηρεσία είναι 15 έτη, τότε ο ετήσιος αριθμός αναπλήρωσης είναι 600/15=40 νέοι χειριστές κάθε χρόνο. Από τον απλό αυτόν υπολογισμό προκύπτει ότι η THK έχασε επετηρίδες 7 ετών περίπου εντός ολίγων μηνών.

Πέραν αυτού η διεθνώς αναγνωρισμένη αναλογία έμπειρων χειριστών σε πολεμικές Μοίρες δεν πρέπει να είναι κάτω του 60% (στις ΗΠΑ μπορεί να κατέβει έως και 55% αλλά ποτέ πιο κάτω). Αυτό έχει την σημασία του καθώς τα διεθνή πρότυπα ορίζουν ότι ένας άπειρος χειριστής εξελίσσεται σε έμπειρος μετά από 3 χρόνια και 500 ώρες πτήσης (είναι δυνατόν να μειωθεί ο χρόνος αν οι 500 ώρες συμπληρωθούν με πιο εντατικές πτήσεις).

Αυτήν την στιγμή η THK αντιμετωπίζει κυρίως έλλειψη έμπειρων χειριστών. Πιθανόν η αναλογία των έμπειρων χειριστών να έχει υποχωρήσει ίσως κάτω του 45%. Τούτο σημαίνει ότι οι άπειροι χειριστές θα δυσκολεύονται να πετούν μαζί με τους έμπειρους για να καλύψουν τις πτητικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για να μετεξελιχτούν και αυτοί σε έμπειρους χειριστές με την σειρά τους. Αν στην προσπάθειά της να καλύψει τα κενά η ηγεσία της THK προχωρήσει στην αθρόα ένταξη νέων χειριστών (φοιτητές, κατώτεροι αξιωματικοί που κόπηκαν κλπ…) θα εντείνει το πρόβλημα προκαλώντας συμφόρηση στην εξέλιξη των νέων χειριστών από άπειρους σε έμπειρους η οποία και θα καθυστερήσει πάρα πολύ. Γι’ αυτόν τον λόγο η εκτίμηση ότι θα χρειαστούν 10 χρόνια για να επανακτήσει η THK την μαχητική ικανότητα που είχε πριν το πραξικόπημα φαίνεται να είναι ρεαλιστική.

Υ.Γ:

  1. Υπάρχουν και περιφερειακά στοιχεία που εντείνουν το πρόβλημα του αξιόμαχου της επιθετικής συνιστώσας των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων (TSK). Αποπέμφθηκαν 20 χειριστές ελικοπτέρων συμπεριλαμβανομένων και χειριστών επιθετικών ελικοπτέρων. Τα αποτελέσματα είναι παραπάνω από εμφανή στον πόλεμο εναντίον του PKK. Επίσης έχουν αποπεμφθεί πολλοί χειριστές ελικοπτέρων έρευνας και διάσωσης CSAR.
  2. Σύμφωνα με άρθρο του Ali Bayramoglu μέχρι σήμερα αποπέμφθηκαν από το στράτευμα 6000 στελέχη. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται το 42% των ανωτάτων αξιωματικών. Πριν τις 15 Ιουλ. υπηρετούσαν 358 ανώτατοι αξιωματικοί (Ταξίαρχοι, Αρχιπλοίαρχοι, Στρατηγοί, Ναύαρχοι και Πτέραρχοι). Μετά το πραξικόπημα ο αριθμός τους μειώθηκε στους 206. 16.000 στρατιωτικοί μαθητές (σχεδόν το σύνολο των μαθητών των παραγωγικών σχολών των TSK) αποβλήθηκαν από τις στρατιωτικές σχολές και υποχρεώθηκαν σε μεταγραφή στα διάφορα πανεπιστήμια της χώρας.
  3. Ο απόστρατος στρατιωτικός εισαγγελέας Ahmet Zeki Üçok, στο βιβλίο του «Tek Başına» αναφέρει ότι οι οπαδοί του Gulen στο στράτευμα αριθμούν περί των 50.000 – 60.000 στελεχών, δηλαδή το 1/3 περίπου, ενώ οι αποταχθέντες μαζί με τους εκδιωχθέντες στρατιωτικούς μαθητές αποτελούν μία δύναμη 20.000 ανδρών που μπορούν να χειριστούν όπλα.

Προκαταρκτική Έκθεση της Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους – Hellenic Parliament’s Debt Truth Committee Preliminary Report

19/06/2015

Κατεβάστε το πλήρες προκαταρκτικό πόρισμα στα Αγγλικά από την παρακάτω διεύθυνση της Βουλής

Download the complete preliminary report in English from the following address of the Hellenic Parliament.

http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/8158407a-fc31-4ff2-a8d3-433701dbe6d4/Report.pdf

Truth Committee on Public Debt – Preliminary Report

GERMANY EMERGES του George Friedman

16/02/2015

Germany Emerges is republished with permission of Stratfor: https://www.stratfor.com/weekly/germany-emerges

German Chancellor Angela Merkel, accompanied by French President Francois Hollande, met with Russian President Vladimir Putin on Feb. 6. Then she met with U.S. President Barack Obama on Feb. 9. The primary subject was Ukraine, but the first issue discussed at the news conference following the meeting with Obama was Greece. Greece and Ukraine are not linked in the American mind. They are linked in the German mind, because both are indicators of Germany’s new role in the world and of Germany’s discomfort with it.

It is interesting to consider how far Germany has come in a rather short time. When Merkel took office in 2005, she became chancellor of a Germany that was at peace, in a European Union that was united. Germany had put its demands behind it, embedding itself in a Europe where it could be both prosperous and free of the geopolitical burdens that had led it into such dark places. If not the memory, then the fear of Germany had subsided in Europe. The Soviet Union was gone, and Russia was in the process of trying to recover from the worst consequences of that collapse. The primary issue in the European Union was what hurdles nations, clamoring to enter the union, would have to overcome in order to become members. Germany was in a rare position, given its history. It was in a place of comfort, safety and international collegiality.

The world that Merkel faces today is startlingly different. The European Union is in a deep crisis. Many blame Germany for that crisis, arguing that its aggressive export policies and demands for austerity were self-serving and planted the seeds of the crisis. It is charged with having used the euro to serve its interests and with shaping EU policy to protect its own corporations. The vision of a benign Germany has evaporated in much of Europe, fairly or unfairly. In many places, old images of Germany have re-emerged, if not in the center of many countries then certainly on the growing margins. In a real if limited way, Germany has become the country that other Europeans fear. Few countries are clamoring for membership in the European Union, and current members have little appetite for expanding the bloc’s boundaries.

At the same time, the peace that Germany had craved is in jeopardy. Events in Ukraine have aroused Russian fears of the West, and Russia has annexed Crimea and supported an insurgency in eastern Ukraine. Russia’s actions have sparked the United States’ fears of the re-emergence of a Russian hegemon, and the United States is discussing arming the Ukrainians and pre-positioning weapons for American troops in the Baltics, Poland, Romania and Bulgaria. The Russians are predicting dire consequences, and some U.S. senators are wanting to arm the Ukrainians.

If it is too much to say that Merkel’s world is collapsing, it is not too much to say that her world and Germany’s have been reshaped in ways that would have been inconceivable in 2005. The confluence of a financial crisis in Europe that has led to dramatic increases in nationalism — both in the way nations act and in the way citizens think — with the threat of war in Ukraine has transformed Germany’s world. Germany’s goal has been to avoid taking a leading political or military role in Europe. The current situation has made this impossible. The European financial crisis, now seven years old, has long ceased being primarily an economic problem and is now a political one. The Ukrainian crisis places Germany in the extraordinarily uncomfortable position of playing a leading role in keeping a political problem from turning into a military one.

The German Conundrum

It is important to understand the twin problems confronting Germany. On the one hand, Germany is trying to hold the European Union together. On the other, it wants to make certain that Germany will not bear the burden of maintaining that unity. In Ukraine, Germany was an early supporter of the demonstrations that gave rise to the current government. I don’t think the Germans expected the Russian or U.S. responses, and they do not want to partake in any military reaction to Russia. At the same time, Germany does not want to back away from support for the government in Ukraine.

There is a common contradiction inherent in German strategy. The Germans do not want to come across as assertive or threatening, yet they are taking positions that are both. In the European crisis, it is Germany that is most rigid not only on the Greek question but also on the general question of Southern Europe and its catastrophic unemployment situation. In Ukraine, Berlin supports Kiev and thus opposes the Russians but does not want to draw any obvious conclusions. The European crisis and the Ukrainian crisis are mirror images. In Europe, Germany is playing a leading but aggressive role. In Ukraine, it is playing a leading but conciliatory role. What is most important is that in both cases, Germany has been forced — more by circumstance than by policy — to play leading roles. This is not comfortable for Germany and certainly not for the rest of Europe.

Germany’s Role in Ukraine

The Germans did play a significant part in the fall of Ukrainian President Viktor Yanukovich’s government. Germany had been instrumental in trying to negotiate an agreement between Ukraine and the European Union, but Yanukovich rejected it. The Germans supported anti-Yanukovich demonstrators and had very close ties to one of the demonstration leaders, current Kiev Mayor Vitali Klitschko, who received training in a program for rising leaders sponsored by the Christian Democratic Union — Merkel’s party. The Germans condemned the Russian annexation of Crimea and Moscow’s support for the Ukrainian secessionists in the east. Germany was not, perhaps, instrumental in these events, but it was a significant player.

As the Germans came to realize that this affair would not simply be political but would take on a military flavor, they began to back away from a major role. But disengagement was difficult. The Germans adopted a complex stance. They opposed the Russians but also did not want to provide direct military support to the Ukrainians. Instead, they participated in the sanctions against Russia while trying to play a conciliatory role. It was difficult for Merkel to play this deeply contradictory role, but given Germany’s history the role was not unreasonable. Germany’s status as a liberal democracy is central to its post-war self-conception. That is what it must be. Therefore, supporting the demonstrators in Kiev was an obligation. At the same time, Germany — particularly since the end of the Cold War — has been uneasy about playing a direct military role. It did that in Afghanistan but not Iraq. And participating in or supporting a military engagement in Ukraine resurrects memories of events involving Russia that Berlin does not want to confront.

Therefore, Germany adopted a contradictory policy. Although it supported a movement that was ultimately anti-Russian and supported sanctions against the Russians, more than any other power involved it does not want the political situation to evolve into a military one. It will not get involved in any military action in Ukraine, and the last thing Germany needs now is a war to its east. Having been involved in the beginnings of the crisis, and being unable to step away from it, Germany also wants to defuse it.

The Greek Issue

Germany repeated this complex approach with Greece for different reasons. The Germans are trying to find some sort of cover for the role they are playing with the Greeks. Germany exported more than 50 percent of its gross domestic product, and more than half of that went to the European free trade zone that was the heart of the EU project. Germany had developed production that far exceeded its domestic capacity for consumption. It had to have access to markets or face a severe economic crisis of its own.

But barriers are rising in Europe. The attacks in Paris raised demands for the resurrection of border guards and inspections. Alongside threats of militant Islamist attacks, the free flow of labor from country to country threatened to take jobs from natives and give them to outsiders. If borders became barriers to labor, and capital markets were already distorted by the ongoing crisis, then how long would it be before weaker economies used protectionist measures to keep out German goods?

The economic crisis had unleashed nationalism as each country tried to follow policies that would benefit it and in which many citizens — not in power, but powerful nonetheless — saw EU regulations as threats to their well-being. And behind these regulations and the pricing of the euro, they saw Germany’s hand.

This was dangerous for Germany in many ways. Germany had struggled to shed its image as an aggressor; here it was re-emerging. Nationalism not only threatened to draw Germany back to its despised past, but it also threatened the free trade essential to Germany’s well-being. Germany didn’t want anyone to leave the free trade zone. The eurozone was less important, but once they left the currency bloc, the path to protectionism was short. Greece was of little consequence itself, but if it demonstrated that it would be better off defaulting than paying its debt, other countries could follow. And if they demonstrated that leaving the free trade zone was beneficial, then the entire structure might unravel.

Germany needed to make an example of Greece, and it tried very hard last week to be unbending, appearing to be a bit like the old Germany. The problem Germany had was that if the new Greek government wanted to survive, it couldn’t capitulate. It had been elected to resist Germany. And whatever the unknowns, it was not clear that default, in whole or part, wasn’t beneficial. And in the end, Greece could set its own rules. If the Greeks offered a fraction of repayment, would anyone refuse when the alternative was nothing?

Therefore, Germany was facing one of the other realities of its position — one that goes back to its unification in 1871. Although economically powerful, Germany was also extremely insecure. Its power rested on the ability and willingness of other countries to give Germany access to their markets. Without that access, German power could fall apart. With Greece, the Germans wanted to show the rest of Europe the consequences of default, but if Greece defaulted anyway, the only lesson might be that default works. Just as it had been in the past, Germany was simultaneously overbearing and insecure. In dealing with Greece, the Germans could not risk bringing down the European Union and could not be sure which thread, if pulled on, would unravel it.

Merkel’s Case in Washington

It was with this on her mind that Merkel came to Washington. Facing an overwhelming crisis within the European Union, Germany could not afford a war in Ukraine. U.S. threats to arm the Ukrainians were exactly what she did not need. It wasn’t just that Germany had a minimal army and couldn’t participate or, in extremis, defend itself. It was also that in being tough with Greece, Germany could not go much further before being seen as the strongman of Europe, a role it could not bear.

Thus, she came to Washington looking to soften the American position. But the American position came from deep wells as well. Part of it had to do with human rights, which should not be dismissed as one source of decision-making in this and other administrations. But the deeper well was the fact that for a hundred years, since World War I, through World War II and the Cold War, the United States had a single rigid imperative: No European hegemon could be allowed to dominate the Continent, as a united Europe was the only thing that might threaten national security. Therefore, regardless of any debate on the issue, the U.S. concern about a Russian-dominated Ukraine triggered the primordial fear of a Russian try at hegemony.

It was ironic that Germany, which the United States blocked twice as a hegemon, tried to persuade the United States that increased military action in Ukraine would not solve the problem. The Americans knew that, but they also knew that if they backed off now, the Russians would read it as an opportunity to press forward. Germany, which had helped set in motion both this crisis and the European crisis, was now asking the United States to back off. The request was understandable, but simply backing off was not possible. She needed to deliver something from Putin, such as a pledge to withdraw support to Ukrainian secessionists. But Putin needed something, too: a promise for an autonomous province. By now Merkel could live with that, but the Americans would find it undesirable. An autonomous Ukrainian province would inevitably become a base for undermining the rest of the country.

This is the classic German problem told two ways. Both derive from disproportionate strength overlying genuine weakness. The Germans are trying to reshape Europe, but their threats are of decreasing value. The Germans tried to reshape Ukraine but got trapped in the Russian reaction. In both cases, the problem was that they did not have sufficient power, instead requiring the acquiescence of others. And that is difficult to get. This is the old German problem: The Germans are too strong to be ignored and too weak to impose their will. Historically, the Germans tried to increase their strength so they could impose their will. In this case, they have no intention of doing so. It will be interesting to see whether their will can hold when their strength is insufficient.